Off-Road.gr

Θέματα Forums Αρχεία

  · Κεντρική σελίδα

Επιλογές
· Θέματα
· Κορυφαία άρθρα
· Αγγελίες
· Αναζήτηση

-------------------------
· Συζητήσεις - Forums
· Downloads
· Σύνδεσμοι
· Λέσχες
 


Web Links
  · NoraStudio.gr
· Motobet
· Nora Agapi - Photographer
· TheWorldOffRoad.com
· Νάουσα Ημαθίας
· Qashqai Club
· Η ιστοσελίδα των Μεθάνων
· Σύλλογος Τετρακίνησης Μαγνησίας
· JimnyClub.gr
· MotoRidersClub
 

 
Λύκαιον Όρος - Οι «Λούμες»




Το Βουνό που σε κοιτάει στα μάτια....

Δεν κατάλαβα ποτέ τη δουλειά που κάνει ένα αυτοκίνητο που σαν είναι φτιαγμένο για να πάει χώμα και κακοτράχαλο βουνό, περνάει τη ζωή του στα γκαράζ και την άσφαλτο της πόλης.
Για να λέω την αλήθεια, ποτέ δεν κατάλαβα πως κι εγώ σκλαβώθηκα ανάμεσα στους τσιμεντότοιχους, ενώ μέσα μου ξέρω ότι είμαι φτιαγμένος για τα ορεινά ψηλώματα και τις σκιερές δασοποριές.

My way… is no way.
(It’s only one way to heaven but no way back from there).

Κάποτε μου είπαν ότι όταν πάω κάπου, είναι σαν να κάνω μετακόμιση… παίρνω μαζί μου τα πάντα ή όσα τουλάχιστον χωράει το αυτοκίνητό μου, και τώρα τελευταία είχα την ιδέα να κοτσάρω κι ένα τρέιλερ για να φορτώνω ακόμα περισσότερα..

Το σκέφτηκα καλά αυτό και τελικά μια μέρα, αφού πέρασα κάμποση ώρα να παρατηρώ αμίλητος το φορτωμένο freedo, κατάλαβα τι μου συμβαίνει.

Είναι παράξενο, μα κουβαλάω μαζί μου ρούχα για να ντύσω μια διμοιρία ορεινών καταδρομών. Αλλά όχι αλυσίδες για το χιόνι… γιατί αν αποκλειστώ, δεν θέλω να έχω τρόπο να ξεφύγω…

Παίρνω μαζί μου ολόκληρο φαρμακείο, με νάρθηκες, ράμματα, λαβίδες, σπρέι, αλοιφές, φάρμακα, απ’ όλα…
Γιατί εκεί που πάω θέλω να είμαι σίγουρος πως θα είμαι καλά και όρθιος για να ζήσω την εμπειρία. Δεν παίρνω εργάτη (έχω έναν χειρός) ή ιμάντες ή τίποτα εργαλεία για να βοηθηθώ στη δύσκολη.

Παίρνω τρόφιμα και ψυγείο, παστό χοιρινό που φτιάχνει ο πατέρας ενός φίλου μου, αποξηραμένα φρούτα και μπισκότα, με τόσες θερμίδες το καθ’ ένα, που μπορεί να πάθεις ανακοπή αν φας καμπόσα από δαύτα μαζεμένα, παίρνω προσανάμματα και σπίρτα βραδείας… αλλά δεν παίρνω τον starter μπαταρίας που έχει και ενσωματωμένο κομπρεσέρ για τα λάστιχα, δεν παίρνω ούτε φτυάρι ούτε πριόνι ούτε σχάρες…

Κουβαλάω δύο και καμιά φορά τρία ζευγάρια βαριές αρβύλες πεζοπορίας και αναρρίχησης μαζί με ισοθερμικές κάλτσες και εσώρουχα… αλλά αρνούμαι πεισματικά να κοιτάξω την κατάσταση της ρεζέρβας ή αν καν έχω γρύλο να σηκώσω το αμάξι άμα χρειαστεί.

Σχεδόν ποτέ δεν λέω που πάω σε κανέναν, ούτε και στη γυναίκα μου το λέω και αφήνω το κινητό να πάει από μπαταρία. Είναι σαν να παίρνω μια μικρή εκδίκηση από την χρήσιμη τεχνολογική φυλακή μου. Άμα χαθώ στα Όρη και τα λαγκάδια, είναι επειδή θέλω να χαθώ και δεν το χω σκοπό να ψάξω βοήθεια από πουθενά.

Έ λοιπόν, κάθε φορά που φεύγω, έστω και για δυο μέρες μέσα μου κάνω μια πραγματική μετακόμιση της ψυχής μου. Μια επανάσταση ενάντια στην ασφάλεια της καθημερινότητάς μου. Φεύγω, και στην πραγματικότητα δεν θέλω να ξαναγυρίσω. Παίρνω ότι χρειάζομαι για να ζήσω στα βουνά για βδομάδες αν όχι για μήνες, επειδή δεν θέλω να επιστρέψω στην Αθήνα, στο σπίτι μου, στη δουλειά, στην πολυκοσμία, στις μυρουδιές, στο άγχος, στο τσιμέντο, στο νερό της βρύσης...



Ο τοίχος με τις φωτογραφίες


Εκεί που δουλεύω και σκορπάω τη ζωή μου ανάμεσα σε χαρτιά κι υποχρεώσεις, έχω κρεμασμένες στον τοίχο απέναντι μου ζωγραφιές και φωτογραφίες, από τα βουνά που αγαπάω. Μεγάλες, λες και είναι ανοιχτά παράθυρα προκλητικά, σε άλλους κόσμους.

Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι περισσότερο κοιτάω εκείνες τις εικόνες παρά κάνω οτιδήποτε άλλο αν και τούτο σημαίνει ότι δεν είμαι καλός για να με πάρει κανείς στη δούλεψή του.


Ανάμεσα τους βρίσκονταν στριμωγμένη μια φωτογραφία ενός βουνού που δεν ήταν η μεγαλύτερη από όλες, ούτε κι η καλύτερη. Ήταν κάπως ξεθωριασμένη από τον ήλιο και τα χρώματά της μοιάζαν βυθισμένα στην θαμπάδα του πολυκαιρισμένου.

Η πατίνα που άφησε πάνω της ο χρόνος, σκέπασε ότι ζωηράδα της είχε απομείνει. Μα νομίζω ότι για πολύ καιρό, ήταν εκείνη η εικόνα που κοιτούσα περισσότερο από όλες. Τώρα την έχω βγάλει από κει, και στη θέση της έβαλα μια που δείχνει κάποια ορεινά χρυσοπράσινα λιβάδια από τα ψηλώματα της Σκωτίας το φθινόπωρο...

Εκείνη η ξέθωρη φωτογραφία και τα λόγια ενός φίλου με βάλανε σε σκέψεις για τούτο το βουνό. Το Λύκαιο της Αρκαδίας.


Πέρασε καιρός μέχρι να βρω την ευκαιρία, αλλά όχι τόσος που να ξεχάσω πως ήθελα να κοιμηθώ ένα βράδυ στην δασωμένη αγκαλιά του Λυκαίου. Δεν θα σας πω πως ξεκίνησα και τι έκανα μέχρι να φτάσω γιατί αυτή είναι μια άλλη ιστορία που άμα βρω το χρόνο θα σας τη διηγηθώ. Θα πιάσω το νήμα από τη στιγμή που βρέθηκα στους πρόποδες του υψώματος που πάνω του είναι κουρνιασμένη η Καρύταινα.


Ήταν λίγο μετά τα χαράματα όταν βρέθηκα σε κείνο το σταυροδρόμι που μια ταμπέλα έγραφε προς Ανδρίτσαινα και μια άλλη που σημάδευε ίσια μέσα στην παχιά ομίχλη και έγραφε Καρύταινα. Αυτό που έχουν κάνει με τα διαζώματα και τα διαχωριστικά σε αυτό το σταυροδρόμι, δεν το έχω δει ποτέ και πουθενά.

Μπορείς να βρεθείς στο αντίθετο ρεύμα ή να πάς αλλού για αλλού χωρίς να καταλάβεις τι είχε στο μυαλό του ο άνθρωπος που το σχεδίασε. Όταν βρέθηκα στη μέση της διασταύρωσης, σταμάτησα για να μελετήσω το που έπρεπε να μπω για να μη βρεθώ αλλού από κει που γύρευα να πάω.
Η ομίχλη που ερχόταν από τον Αλφειό, πύκνωνε κι έκανε δύσκολο το να διακρίνω τον λαβύρινθο μπροστά μου. Μιας και έβλεπα το δρόμο που θα με πήγανε για το Βουνό, το έκοψα ίσια και καβάλησα τα παλαβά κι ανόητα διαζώματα. Ήμουν πια στο δρόμο για την Ανδρίτσαινα και σε μερικά χιλιόμετρα θα έβλεπα μια ταμπέλα που θα με οδηγούσε αριστερά στο Κοτύλιο...


 




Άγρια γη είναι η γη της Ελλάδας.


Πήγαινα σιγά και δεν έβλεπα μήτε πέντε μέτρα μπροστά, κι ίσως να λέω και πολύ. Έτσι περισσότερο άκουσα παρά το είδα το ποτάμι. Κατέβαζε νερό που βρυχιόταν μανιασμένα στο στενόχωρο πέρασμα κάτω από τη γέφυρα και ο απόηχος έμοιαζε με μπουμπουνητό …

Περνούσα πάνω από τον γλυκοτραγουδισμένο Αλφειό και δεν μπορούσα να τον δω ανάθεμα το, κι έτσι έβγαλα το άχτι μου στο γυρισμό, αλλά το πάω με τη σειρά και θα σας πω για το ποτάμι όταν φτάσει η ώρα.


Κοίταξα το gps και με έδειχνε στο σωστό δρόμο. Αν και εμπιστεύομαι περισσότερο την πυξίδα που είναι φυτεμένη στο κεφάλι μου από γεννησιμιού μου, μερικές φορές τούτα τα τεχνοκέρατα είναι χρήσιμα, έστω και σαν απλή επιβεβαίωση αυτού που ήδη ξέρεις.

Δεν ξεχώριζα τίποτα πια και μόνο από την ελάχιστη αλλαγή της φωτεινότητας που επέτρεπε η βαριά καταχνιά, κατάλαβα ότι ξημέρωνε ο ήλιος. Πάνω από τα αδιαπέραστα πέπλα της ομίχλης ήταν η ιστορική Καρύταινα με το αγέρωχο κάστρο του μεσαίωνα κι απέναντί της το βαρυσυννεφιασμένο και σκοτεινό Λύκαιο. Το αρχαιότερο βουνό σον κόσμο λένε.

Περνούσα δίπλα από σκοτεινούς τεράστιους όγκους που φαντάστηκα ότι ήταν δέντρα ή βράχοι, μα είχαν μια απόκοσμη αίσθηση που με κρατούσε σε εγρήγορση.

Όταν ταξιδεύεις μόνος σου, μερικά πράγματα, που αν είχες παρέα θα περνούσαν απαρατήρητα, καταφέρνουν να σου ξυπνάνε ιδέες κι ένστικτα αρχέγονα. Απ’ αυτά που τώρα έχουν θαφτεί βαθιά κάτω από την αφόρητη πίεση του ορθολογισμού και του παθολογικά ηλίθιου χαβαλέ.
Περίεργα πράματα κι αρχαία, που καρφώνονται στο μυαλό σου και δεν σε αφήνουν να χαζεύεις σα χάχας το κενό που έχει αφήσει μέσα σου η καλοπέραση και η αίσθηση ασφάλειας του πολιτισμού.


Όποιος μου πει ότι αφέγγαρο βράδυ δεν έχει τύχει να κοιτάξει, από τον καθρέφτη πίσω του, το απόλυτο σκοτάδι του δάσους να τον κυνηγάει και να τον τρομάξει, δύο πράγματα μπορεί να του συμβαίνουν….
Ή δεν έχει βρεθεί ποτέ σε δάσος κάποιο αφέγγαρο βράδυ ή έχει αλλοτριωθεί τόσο από τον πολιτισμό, που αν έβλεπε μπροστά του ξωτικιά νεραΐδα να χορεύει, θα της έκανε καμάκι νομίζοντας ότι είναι σε υπαίθριο ορθάδικο… (τα πολλά σφηνάκια το καίνε το μυαλό μας παλικάρια…)


Δεν είναι ότι μερικές φορές δεν αποζητάω παρέα στα ταξίδια μου, (ειδικά αν είναι ομορφότερη από τη γυναίκα μου…) αλλά η προϋπόθεση είναι ότι δεν θα λέει περισσότερες από πέντε λέξεις την ώρα. (αυτό δεν το καταφέρνει ούτε η γυναίκα μου αλλά ούτε και καμιά άλλη γυναίκα που ξέρω. Κι αν θέλω να είμαι τίμιος, πρέπει να πω ότι πολλοί άντρες είναι πολύ πιο επιδέξιοι στην ανούσια παρλαπίπα από τη γυναίκα μου…)


Η ομίχλη μου έκρυβε το δρόμο και σερνότανε πάνω στο freedo σα μαλακό ζωντανό χαλί από πούπουλα και μπαμπάκι. Μερικές μαύρες και ζοφερές κλάρες που μοιάζανε σαν λιπόσαρκα χέρια, ξεφύτρωναν από την αόρατη άκρη του δρόμου κι έγερναν προς το μέρος μου.
Οι στάλες της ψιλής βροχής κρέμονταν απάνω τους, σαν να φορούσαν βραχιόλια λαμπερά και στολίδια.


Κατέβασα το παράθυρο να γευτώ τη μυρουδιά της κυράς των νερών και σας ορκίζομαι ότι δεν είμαι παλαβός. Το μισό αίμα που τρέχει στις φλέβες μου είναι κέλτικο αλλά αυτός δεν είναι σοβαρός λόγος να με πάρετε για βαρεμένο.

Όσα χρόνια τραβιέμαι στα βουνά, έχω μάθει κανα δυο πράγματα για την ομίχλη. Έχω μάθει να τη σέβομαι και να την φοβάμαι συνάμα. Πίσω από τα λευκά της πέπλα μπορεί να κρύβει κινδύνους και συμφορές που σε περιμένουν αν ξεχαστείς και την αγνοήσεις. Ακόμα και ο ήχος μοιάζει να χάνεται μέσα στα σωθικά της και να στρογγυλεύει, λες και τον καταπίνει και τον χωνεύει.
Πολλές φορές μου έχει συμβεί να βρεθώ μπροστά στον κίνδυνο την τελευταία στιγμή κι απροετοίμαστος, και να πασχίζω απελπισμένα να τον αποφύγω. Έχω δει αγριογούρουνα να ξεπροβάλουν ανύποπτα από την βαριά κουρτίνα της και για καλή μου τύχη, να μένουν σύξυλα και ξαφνιασμένα όσο και γω.

Το ίδιο και φορτηγά, «αγρότες», πεσμένα βράχια και δέντρα, τεράστια «χασίματα» και νεροφαγώματα, γκρεμοί, σκύλοι, πρόβατα… Έχω δει κι ακούσει κι άλλα περίεργα πράματα να ξεπροβάλουν ξαφνικά από την ομίχλη και χάνονται πάλι μέσα της πριν προλάβεις να χωνέψεις τι είδες… αλλά δεν θα πω τίποτα για αυτά μπας και με περάσετε για αλλοπαρμένο. (τουλάχιστον όχι πριν γνωριστούμε καλά.)


Η κάθε μια πάντως, έχει μια δικιά της οσμή, ξέχωρη από όλες τις άλλες. Αλλιώς μυρίζει και συστρέφεται η αραιή από την πηχτή κι αλλιώς είναι η υφή της σε διάφορους τόπους. Κάθε περιοχή, κάθε ποτάμι, κάθε λίμνη φτιάχνει τη δική της συνταγή οσμών για την ομίχλη της.
Έχει μια ταυτότητα που άμα τη μυρίσεις, σου σφραγίζει τα ρουθούνια και δεν την ξεχνάς ποτέ. Ένας τεράστιος τσελεμεντές από μοναδικές μυρωδιές που χύνονται κι ανακατεύονται μέσα στο υγρό σύννεφο που γεννάει η γη και οι νερότοποι.
Πάντως τη σέβομαι την κυρά, κι όπως είπα πρωτύτερα μπορεί και να τη φοβάμαι λίγο. Αλλά πάντα τη μυρίζω κι αυτή πάντα μου δίνει λίγη γεύση από την ιστορία του τόπου και των νερών που την γέννησαν.


Τούτη εδώ μύριζε βαριά και μέσα της έκρυβε μια ιδέα από παλιό στάβλο και βρεγμένα στάχυα. Μ’ άρεσε κι άφησα το παράθυρο ανοιχτό κι ας έκανε μπούζι το κρύο. Για μερικά χιλιόμετρα ίσως τέσσερα ή πέντε, είχαν ρίξει καινούργια άσφαλτο και μόλις την πάτησα έχασα τις διαγραμμίσεις.
Το καινούργιο οδόστρωμα δεν είχε τίποτα πάνω του για να με οδηγεί και υποχρεώθηκα να πηγαίνω ακόμα πιο αργά. Μερικές φορές αυτό είναι κουραστικό, αλλά τώρα μόνο την περιέργεια μου φούντωνε.
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να δω ή να κάνω τίποτε και το μυαλό μου αφέθηκε ελεύθερο να καλπάζει στα απέραντα λιβάδια της φαντασίας.


Είχα φτάσει σε ένα ψηλότερο μέρος που το λένε κούδενα, όταν βγήκα από την αγκαλιά της λευκοντυμένης κυράς και νύφης των ποταμών. Τότε είδα ένα από εκείνα τα θεάματα που η ομορφιά τους κάνει την καρδιά μου να κλωτσάει στο στήθος μου σα μαντρωμένο άλογο. Η ομίχλη έμοιαζε με ήρεμη, απέραντη λίμνη από μεταξένιο λευκό που από μέσα της ξεπρόβαλαν τα βουνά λες και ήταν νησιά που επέπλεαν μέσα της. Η Καρύταινα βρισκόταν στα δεξιά μου και αν υπάρχει μέρος για τα παραμυθένια κάστρα στον πραγματικό κόσμο, ήταν εκεί ολοζώντανο, μπροστά μου.


Κορυφές από δέντρα ξεφύτρωναν δω και κει με την ομίχλη να έρπει γύρω τους σα ζωντανό σώμα και η κεραμιδένια στέγη ενός μοναχικού σπιτιού έμοιαζε με σχεδία που επέπλεε στο απαλό σύννεφο. Και στην αριστερή πλευρά μου ήταν το βουνό, που ήταν εκεί από πάντα και με περίμενε υπομονετικά.


Ένοιωσα εκείνη την παράξενη κι αόριστη αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθούσε. Κάποιος κρυμμένος πίσω από τα δασωμένα ρέματα και τους γιγάντιους ασβεστολιθικούς βράχους που κρεμόντουσαν απειλητικά από πάνω μου.





Δεν μπορώ να περιγράψω τούτη την απίστευτη ομορφιά της φύσης κι ακόμα λιγότερο μπορώ να περιγράψω την επιρροή της στην ψυχή του ανθρώπου. Την απόλυτη δύναμη να μας συνεπαίρνει και να γονατίζει στο χώμα τον ψυχρό και αδιάφορο μαλάκα που λίγο πολύ όλοι κρύβουμε μέσα μας. ( ξέρετε ποιον εννοώ… αυτόν που κοιτάει τις πυρκαγιές από απόσταση ασφαλείας σα να είναι κάποιο τσάμπα αξιοθέατο, αυτόν που πάει και πανηγυρίζει κάτω από τα μπαλκόνια των γελοίων πολιτικών, τους ίδιους που μετά φασκελώνει και βλαστημάει, αυτόν που σωριάζεται στον καναπέ και βλέπει ηλιθιότητες στο τετράγωνο αποβλακωτηρι, αυτόν που μιλάει πολύ χωρίς να λέει τίποτα (σαν του λόγου μου ένα πράμα), αυτόν που ονειρεύεται τον τρόπο που θα σφίξει την φυλακή του γύρω του, αυτόν το μαλάκα που όλοι βρίζουν, αλλά κανένας δεν διακρίνει μέσα του…)


Πήγαινα σιγά τόσο, που αν περπατούσες δίπλα στο freedo θα με ξεπέρναγες άνετα. Σαν τελικά αποφάσισα κι έστριψα το κεφάλι μου, είδα τον βλοσυρό όγκο του Λύκαιου να μου αντιγυρίζει το βλέμμα. Έκανα άκρη σ’ ένα πλάτωμα και σταμάτησα. Θα σταματούσα και στη μέση του δρόμου αν δεν ήταν το πλάτωμα εκεί πέρα. Θα σταματούσα ακόμα κι αν με κυνηγούσαν όλοι οι δαίμονες της κόλασης και για να λέμε την αλήθεια το συναίσθημα που μου γέννησε το εκείνο βουνό δεν ήταν και πολύ διαφορετικό.


Σύννεφα μαύρα και βαριά σκέπαζαν την κορυφή του με την ομίχλη να γλύφει τις πλαγιές του σα να το προσκυνούσε, σα να δήλωνε υποτέλεια στη δύναμη και τον απαράμιλλο σκοτεινό όγκο του… η φωτογραφία που με οδήγησε εδώ δεν μπορούσε να περιγράψει την πραγματικότητα.


Σε πέντε χιλιόμετρα έστριψα αριστερά στην ταμπέλα που έλεγε Κωτίλιο, αν και δεν θυμάμαι στα σίγουρα την ορθογραφία της λέξης…. Ίσως και να ήταν Κοτύλιο και τώρα που το βλέπω γραμμένο μου μοιάζει για πιο σωστό. Το παλιό του όνομα πάντως, είναι Δραγουμάνου και μου είπαν ότι το πιο πιθανό είναι να προέρχεται από κάποιον ντόπιο που ήταν λόγιος (δραγουμάνος) στην Κωνσταντινούπολη. Μου έκανε εντύπωση ότι ο δρόμος που για έξι χιλιόμετρα οδηγούσε στο Κοτύλιο, ήταν καλύτερος και συχνά φαρδύτερος από το επαρχιακό εθνικό δίκτυο. Συμπέρανα ότι οι ντόπιοι ήταν προύχοντες της οικονομίας ή καλά διαπλεγμένοι με την πολιτική. Αργότερα έμαθα ότι είναι και τα δυο.


Αυτό το χωριό είναι χτισμένο σε μια ράχη στις πλαγιές του βουνού και με κάποιο παράξενο τρόπο είναι όμορφο. Όχι ότι του λείπουν τα άναρθρα αρχιτεκτονικά τέρατα κάποιων νεόπλουτων κατοίκων του. Αλλά άμα αγνοήσεις μια δυο μέγα-βίλες στη είσοδό του χωριού και φτάσεις στην πλατεία, έχει όλα τα καλά χαρακτηριστικά ενός παλιού αρκαδικού χωριού… και τις μυρουδιές του επίσης.


 Έχει και λαογραφικό μουσείο που τις καλές εποχές ήταν σχολειό με καμπόσους μαθητές. Απέναντι από το αυστηρό οικοδόμημα του παλιού σχολείου είναι το μοναδικό μαγαζί που υπάρχει σε ακτίνα είκοσι χιλιομέτρων. Πουλάει διάφορα ψιλικά και είδη μπακαλικής, φτιάχνουν καλό καφέ κι άμα παραγγέλλεις από την προηγούμενη μπορεί η κυρά εκεί να σου μαγειρέψει κάτι ανθρώπινο για να φας. Μέχρι και ξενώνα έχει με τέσσερα δωμάτια, δεν ρώτησα τιμές μιας και δεν έχω ενδιαφέρον αλλά στο τέλος του κειμένου θα βάλω ότι στοιχεία έχω για όποιον θέλει να πάει στα μέρη που περιγράφω…







Το Χώμα.

Δεν ήπια καφέ στο Κοτύλιο, γιατί ήθελα να τον φτιάξω και να τον ψήσω σε φωτιά δικιά μου, που έχω ανάψει μόνος μου. Ρώτησα μόνο πως μπορώ να βγω στον δρόμο για την κορυφή και η κυρά που είχε το καφεπαντοπωλείο με κοίταξε εξεταστικά.


«Τι θα κάνεις εκεί πάνω παιδάκι μου ολομόναχος;» ρώτησε ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο freedo (LR Freelander).
«Στα αρχαία πας;» είπε χωρίς να περιμένει την απάντηση που έτσι κι αλλιώς δεν είχα σκοπό να δώσω.


Άλλαξε πόδι και με κοιτούσε γεμάτη περιέργεια. Όχι με καχυποψία, αλλά με εκείνη την έντονη περιέργεια που έχουν μερικές γυναίκες και ήξερα ότι αν δεν της απαντούσα θα μπορούσε να κάθεται εκεί και να αναρωτιέται όλη την ημέρα.

«Ναι, πάω στα αρχαία.» είπα και το πρόσωπο της απάλυνε.

«Τότε να πάς από τον Αϊ ‘Λιά» είπε, και σήκωσε το χέρι της για να μου δείξει μια μικρή εκκλησία που καθόταν στην σύθαμνη πλαγιά του βουνού.

«θα βγεις πάνω από του μπάρμπα Νίκου του στούμπου και θα πάρεις την αφόρα εκεί πέρα.» με έσπρωξε να μεριάσω για να μου δείξει ένα ανηφορικό καλντερίμι που μισοφαινόταν πίσω από ένα στραβό πουρνάρι.

«από κείθε να πάς και να μείνεις όλο αριστερά εκτός από την τρίτη διασταύρωση. Εκεί θα στρίψεις δεξιά… είναι λίγο μακρύτερα έτσι, μα άντε από κεί για να μην περάσεις από το διάσελο…» ξαφνικά μαζεύτηκε σα να είπε κάτι κακό.

«Σε Ευχαριστώ.» της είπα και γύρισα να φύγω. Δεν είναι του χαρακτήρα μου να γίνομαι αδιάκριτος κι έτσι δεν την ρώτησα τίποτε περισσότερο.


Έφτασα στο αυτοκίνητο και την έβλεπα απ τον καθρέφτη που καθόταν εκεί ακίνητη και με κοιτούσε μέχρι να την κρύψουν τα σπίτια του χωριού. Ίσια που πρόλαβα να την δω να κάνει το σταυρό της πριν χαθεί από τη θέα μου.

Στην μεριά που μου είπε να πάω, δεν θα πέρναγα από το διάσελο, αλλά εγώ δεν είμαι καλός στο να ακολουθώ οδηγίες κι έτσι όταν έφτασα στον Αϊ ‘Λιά σταμάτησα κι έβγαλα τους χάρτες μου. Τους άπλωσα στο καπό και βρήκα το διάσελο γραμμένο όπως το λέω σε ένα χάρτη της ανάβασης.
 Εκεί βρήκα και τα τοπωνύμια όλης της περιοχής του Λύκαιου. Πολλές φορές το όνομα ενός τόπου είναι συνδεδεμένο με μια ιστορία ή ένα γεγονός ή ακόμα και κάποιο ειδικό γεωγραφικό και μορφολογικό χαρακτηριστικό του. Για μένα, το όνομα ενός μέρους είναι ο καλύτερος τρόπος για να το διαλέξω και να πάω… Γύρισα και κοίταξα πίσω μου το βουνό και ένοιωσα να με κοιτάει κι αυτό.


Είναι άγριο το Λύκαιο κι άμα το ανεβείς, η αγριάδα του δεν μαλακώνει ούτε και κρύβεται. Μονάχα σε κάνει να μιλάς πολύ έστω και αν είσαι ολομόναχος, για να κρύψεις το μυστήριο του δέους που σταλάζει μέσα σου. Εκτός κι αν είσαι αναίσθητος ή κι αμύητος στα μυστικά του. Αν δεν έχεις εκείνο το σεβασμό μπροστά στην δύναμη της φύσης να σηκώσει στον ουρανό ολάκερα βουνά. Να τους δώσει ζωή και πνεύμα. Εκτός κι αν πιστεύεις ότι τούτο το περήφανο θαύμα, είναι μόνο μια μάζα από χορταριασμένα χώματα και πέτρες σωριασμένα στην τύχη.


Τότε μη χάσεις το χρόνο σου με τις δικές μου πάρλες. Ασχολήσου με κάτι άλλο πιο προσοδοφόρο. Πιο γκρίζο, πιο μικρό σε θαύματα και μεγαλύτερο σε κέρδος. Ασχολήσου με το μπετό το σίδερο και το πλαστικό που ντύνει τα όνειρα σου γιατί τούτο το χώμα του βουνού δεν ανέχεται να το ποδοπατάνε ανίδεοι και ξιπασμένοι. Ούτε κι εγώ το ανέχομαι.


Θύμωσα λίγο τώρα και δεν ξέρω γιατί, αλλά με πιάνει συχνά τούτο το πράμα. Μερικές φορές μπαρουτιάζω όταν μιλάω ή γράφω για τα πράματα της φύσης και της ζωής. Εικόνες μαύρες και κακές περνάνε από το μυαλό μου, έτσι… χωρίς κάποιο προφανή λόγο.


Θυμάμαι, την πρώτη φορά που ένοιωσα αυτό το συναίσθημα, ήμουν καθισμένος στις φτέρνες μου και κρατούσα μια τσάπα. Μπροστά μου ήταν το σώμα μιας μισοκαμένης αλεπούς στις φωτιές του Μαραθώνα και διάπυρα αποκαΐδια πετούσαν στον καπνισμένο αέρα. Το πίσω πόδι της είχε πιαστεί σε ένα κομμάτι από ένα οικοδομικό συρματόπλεγμα που είχε πετάξει κάποιος και παγιδευμένη εκεί την είχε προλάβει η φωτιά. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν καθισμένος και την κοιτούσα, αλλά ήταν χρόνος αρκετός για φυτρώσει μέσα μου τούτος ο θυμός.


Για πολύ καιρό μετά έβλεπα εφιάλτες , κι ακόμα βλέπω μερικές φορές. Είμαι λέει μέσα στο πευκόδασος και τρέχω κρατώντας δυο κουβάδες με νερό για να προλάβω να σώσω το ζωντανό που σκούζει καθώς το γλύφουνε οι φλόγες. Αλλά πεδικλώνομαι σε κάτι και πέφτω με τη μούρη πάνω σε μια λούζα που έχει πάρει φωτιά. Το νερό χύνεται στο καυτό χώμα και τα ρούχα μου αρπάζουν από τις φλόγες και καίγομαι ζωντανός. Ξανά και ξανά προσπαθώ μάταια να απελευθερωθώ μα δεν μπορώ να γλυτώσω ούτε εγώ ούτε η αλεπού από το άδικο μαρτύριό της... ακόμα και τούτες τις μέρες βλέπω το ίδιο όνειρο και μου μοιάζει για την πηγή του θυμού μου.


 Μετά από τις φωτιές της αττικής, κάθισα μια βδομάδα στο νοσοκομείο από εγκαύματα στα πόδια και τα χέρια και δηλητηρίαση από τον καπνό, και κάθε μέρα σκεφτόμουν τη φωτιά και την καμένη αλεπού. Τότε πήρα μιαν απόφαση... αλλά δεν θα σας μαυρίσω άλλο την καρδιά. Σας είπα αυτά τα πράγματα για να μπορείτε να συγχωρήσετε την έξαψη που με πιάνει μερικές φορές και ξεφεύγω.



Αφού κράτησα κάποιες σημειώσεις, μάζεψα και ταχτοποίησα τους χάρτες μου μέσα στην αδιάβροχη τσάντα τους και ίσως να είναι από τα λίγα πράγματα που κάνω με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Μ’ έχουνε σώσει τόσες φορές, που τώρα πια νοιώθω να τους χρωστάω αυτή την καλομεταχείριση.


Έβαλα μπροστά το αμάξι και πήρα την ανηφόρα για την κορυφή του Λυκαίου. Είχα να πάω σε ένα μάλλον κακόφημο διάσελο, έναν ναό των αρχαίων που πρώτα αφιέρωσαν στον πάνα και μετά από χρόνια στον Δία, κι ένα ιερό βωμό, που πάνω του θυσιάζανε ανθρώπους και μικρά παιδιά.


Ο δρόμος στην αρχή ήταν φυτεμένος με κοφτερή σχιστολιθική πέτρα που καταπονούσε τα ελαστικά, αν και σε κανα δυο χιλιόμετρα έγινε μαλακιά μαύρη λάσπη που βούλιαζε. Τα Scorpion της Pirelli που φοράω δεν είναι τα καταλληλότερα για τέτοια εδάφη αλλά λίγο το ότι ξέρω καλά το freedo, λίγο το ότι μερικές φορές είμαι τυχερός, βοηθήσανε και δεν κόλλησα. Πάντως είναι εντυπωσιακό ότι μέσα σε εφτά χιλιόμετρα είδα τριών ή τεσσάρων λογιών διαφορετικά χώματα και βράχους.


Σε πολλά σημεία, τα νερά από τις βουνίσιες πηγές κόβουν και διαβρώνουν το χωμάτινο δρόμο και οι ντόπιοι έχουν φτιάξει κάτι υπερυψωμένους τσιμεντένιους ρέχτες για να μη γίνονται νεροφαγώματα. Δεν έχουν καταφέρει και τίποτα σημαντικό όμως πέρα από το να κινδυνεύεις να κοπανηθείς απάνω τους. Το νερό πάντα βρίσκει τρόπο να ξεπερνάει τα εμπόδια και να κάνει ότι η φύση του προστάζει.


Γύρω στα τρία χιλιόμετρα πάνω από το χωριό υπάρχει μια ταμπέλα που λέει «Δάσος Κυπρίων Δασοπυροσβεστών» και δίπλα της έχει έναν πέτρινο κρουνό που βγάζει παγωμένο νερό από μια πηγή. Αν βρεθείτε εκεί πέρα, πιείτε και γεμίστε ότι δοχεία έχετε ελεύθερα να πάρετε μαζί σας. Θα με θυμηθείτε για αυτή τη συμβουλή.


Το τελευταίο χιλιόμετρο πριν το μεγάλο διάσελο του Λυκαίου, είναι γεμάτο με σχιστή, κοφτερή πέτρα που λες και φύτρωσε εκεί πέρα μόνο και μόνο για να αποθαρρύνει τους επίδοξους περιπλανώμενους ταξιδευτές. Αν πάτε, να προσέξετε μη και σας κάνει τα λάστιχα ρετάλια.


Μεγάλα βράχια που κρέμονται από πάνω σου και βαθιά καταράχια, πνιγμένα στο μαύρο λόγγο και την καταχνιά. Ερημικά διάσελα και ρέματα, στοιχειωμένα από ξωτικά και νεράιδες που κρύβονται στις σκιές από τα πλατανόφυλλα. Σκοτεινές λούφες από λούζες και γκορτσιές και Καρυές θεόρατες που άμα σε πάρει ο ύπνος στην αγκαλιά τους, μπορεί να μη ξυπνήσεις. Ιστορίες από την εποχή που στην απόκρημνη κορυφή, οι ιερείς του Πάνα θυσίαζαν τα μωρά των ντόπιων στο βωμό.


Όλα όσα είχα μάθει μόνος μου ή είχα ακούσει για αυτό το βουνό, μοιάζαν δικαιολογημένα, μα ήταν φτωχά και λίγα για να περιγράψουν αυτό που έβλεπα με τα μάτια μου...



Το Διάσελο

Πήρα τη στροφή για το μυστηριώδες διάσελο και είμαι σίγουρος πως δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς... η περιέργεια είναι στη φύση μου και η φύση μου είναι περίεργη.


Στη μπούκα του μεγάλου χορταριασμένου ξέφωτου που απλώνονταν μπροστά μου, ήταν φυτρωμένη μια βελανιδιά τεράστια. Πρέπει να την είχαν χτυπήσει καμπόσοι κεραυνοί που είχαν χαράξει τον πυρωμένο δρόμο τους στον κορμό της, μα αυτή στεκόταν όρθια αγνοώντας τη δύναμη του Δια. Δυνατό δέντρο, με κλαριά που απλώνονταν γύρω σαν να θέλανε να καταχτήσουνε όση γη κι αέρα μπορούσαν περισσότερο…


Βρήκα μια απάνεμη μεριά στην απάνω πλευρά του διάσελου, πάρκαρα το freedo κι έπιασα να μαζεύω στεγνά ξύλα για φωτιά. Ήθελα καφέ κι ήμουν αποφασισμένος να τον πιώ, πριν με πιάσει η βροχή που την έβλεπα και μαζευόταν μέσα στα μαύρα σύννεφα.


Η κορυφή του βουνού δέσποζε πάνω από την μικρή κοιλάδα, αν και δεν είχα καταφέρει να την δω ακόμα… ξεγλιστρούσε και χανόταν στον βαρύ ουρανό, πίσω από την αδιαπέραστη καταχνιά που την έκρυβε. Μου πήρε κάμποση ώρα να μαζέψω τα ξύλα και έστησα μια εστία με πέτρες.


Αφού η φωτιά κάπνισε καμπόσο γλύφοντας τα ξύλα γύρω γύρω, έβγαλε φλόγα και μετά από λίγο άρχισε να φτιάχνει την πρώτη θράκα. Δεν είχα καταλάβει πόσο κρύο έκανε μέχρι που έπιασα τη ζεστή κούπα με τον αχνιστό καφέ στα χέρια μου.


Στην πόλη σπάνια πίνω καφέ, αλλά στο βουνό μου φαίνεται απαραίτητος όσο κι ο αέρας που αναπνέω. Τον φτιάχνω με τον τρόπο που μου είχε δείξει ένας φίλος, που τις νύχτες έμενε έξω ξάγρυπνος, κοιτώντας τα αστέρια με μια ανάλογη κούπα να ζεσταίνει τα χέρια του… Να είναι καλά όπου κι αν είναι.


Κάθισα στις φτέρνες μου κι έτσι μισοκρυμμένος από το ψηλό χορτάρι, άρχισα να μελετάω το μέρος γύρω καίγοντας τα χείλια μου κάθε τόσο με τον ζεματιστό καφέ. Το διάσελο ήταν γυμνό από δέντρα και μόνο μερικοί κοντοί θάμνοι έκοβαν τη θέα. Λίγο πιο πάνω, ένα μικρό δάσος από βουνίσια πεύκα ξεφύτρωνε μονάχο του ανάμεσα σε θάμνους και κοντόσωμα πουρνάρια.


Ήξερα ότι κάπου εκεί πρέπει να ήταν τα ερείπια του αρχαίου ναού, που θα πήγαινα να δω σαν έπινα τον καφέ μου. Εκείνη η περίεργη αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθεί δεν με είχε εγκαταλείψει ακόμα. Την ένοιωθα στο σβέρκο μου σαν ανατριχίλα που με διαπερνούσε. Κοίταξα ένα γύρο μερικές φορές, μα δεν είδα τίποτα περίεργο κι έτσι το έριξα στο τραγούδι. Όποιος και να ήταν, ή που θα φανερώνονταν και θα με χιλιοπαρακαλούσε να σταματήσω ή που θα έφευγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε… και η φωνή στο βουνό ταξιδεύει μακριά…


Σαν απόκανα με τον καφέ, ξέπλυνα την κούπα με λίγο νερό και με ένα βρεγμένο φύλο εφημερίδας σκέπασα τη φωτιά. Έριξα μερικά χορτάρια και δύο χούφτες νοτισμένο χώμα από πάνω, έτσι ήμουν σίγουρος ότι δεν θα χρειαζόταν να την ξανανάψω αργότερα. Τα κάρβουνα θα σιγόκαιγαν για ώρες από κάτω, κι ακόμα κι αν έριχνε καμιά ψιχάλα, η φωτιά θα προστατεύονταν.


Είχα αφήσει το αυτοκίνητο κάτω από ένα σύδεντρο από ορεινές καρυδιές, μα μόλις είδα τους μπλάβους σωρείτες να πυκνώνουν στον ουρανό, πήγα και το έβγαλα στο ξέφωτο μπας και το χτύπαγε κεραυνός εκεί κάτω από τα δέντρα.


 Έπιασα να περπατάω προς το μικρό φουντωτό σύδεντρο που έλεγα πρωτύτερα και το θυμόμουν από φωτογραφίες. Έφτασα λίγο αργότερα λαχανιασμένος σε ένα φαρδύ πλάτωμα και το πρώτο πράγμα που είδα, ήταν μια διάτρητη από σκάγια ζωγραφιστή ταμπέλα, με τον τραγοπόδαρο θεό να παίζει μια φλογέρα… από κάτω έγραφε «Ναός του Πάνα».
Ένα άπειρο μάτι δεν θα έβλεπε τίποτε περισσότερο από μισοθαμένα ερείπια και μερικούς σωρούς καλοπελεκημένης πέτρας, αλλά αν κοιτάξεις καλύτερα θα δεις στη γη τη γεωμετρία της θεμελίωσης ενός τεράστιου οικοδομήματος.


Έκανα μερικές βόλτες ανάμεσα σε σκορπισμένους κατάχαμα, διαβρωμένους σπόνδυλους από κολώνες και παραστάτες. Ο χρόνος με περισσή σκληρότητα είχε σημαδέψει το πέρασμά του απάνω τους. Ποτέ δεν μπόρεσα πραγματικά να καταλάβω από πού προέρχονταν η δύναμη των ανθρώπων που έχτισαν αυτά τα αριστουργήματα. Από πού αντλούσαν την τέχνη τους και την επιστήμη που χρειάζεται, έστω και μόνο για να σκεφτείς κάτι τέτοιο. Από πού εμπνέονταν και τι ονειρεύονταν. Κάθε φορά που στέκομαι μπροστά σε ένα χτίσμα των αρχαίων αναρωτιέμαι τα ίδια πράγματα και ποτέ δεν έχω καταφέρει να βρω μια πειστική απάντηση.


Ανέβηκα μερικά μέτρα πιο πάνω και ήπια νερό από την Αγνώ, την πηγή που έπινε ο Δίας όταν ήταν μικρός. Λένε ότι άμα πίνεις μονάχα από το γάργαρο νερό της, ζεις αγέραστος για πάντα.

«Ποιος άραγε να θέλει να ζήσει για πάντα» σκέφτηκα και ήπια ξανά, μέχρι που κόντεψα να σκάσω… … Απάντησα έτσι στην ερώτησή μου.



Ο Βωμός.

Είχε μεσημεριάσει πια κι ο καιρός δεν έδειχνε σημάδια ενθαρρυντικά. Η κορυφή εξακολουθούσε να κρύβεται πίσω από καταχνιές και σύννεφα που ταξίδευαν χαμηλά πάνω από τα δέντρα και τους θάμνους που αγκάλιαζαν τις πλαγιές. Ένοιωσα το στομάχι μου να διαμαρτύρεται κι αποφάσισα να ανεβώ στην κορυφή και να γυρίσω πίσω στο διάσελο πριν πέσει το σκοτάδι. Δεν μπορούσα να υπολογίσω την απόσταση και το χρόνο που θα μου έπαιρνε για να ανέβω με τα πόδια μα όσο κι αν καθόμουν να περιμένω δεν θα ερχόταν το βουνό κοντύτερα. Έτσι έπιασα να  περπατάω στην ανηφορική πλαγιά προς τα πάνω. Είχα μαζέψει μια χοντρή κλάρα από μουριά που βρήκα στην πηγή και την έκανα στήριγμα για να με βοηθάει στο σκαρφάλωμα. Μουριές δεν υπάρχουν τόσο ψηλά κι έτσι σκέφτηκα ότι κάποιος βοσκός την είχε κουβαλήσει εδώ πάνω για να ταΐσει τα ζωντανά του με τα φύλα της.


Το χώμα, καθώς ανέβαινα όλο και λιγόστευε αφήνοντας τις πέτρες και τους βράχους γυμνούς. Η ορατότητα μου άρχισε να μειώνεται δραματικά καθώς έμπαινα μέσα στα σύννεφα που σεργιανούσαν την κορυφή. Αλλά ακόμα κι έτσι θα μπορούσα να μαζέψω περισσότερες από τρεις τσάντες χόρτα και βοτανικά. Όσο πήγαινα προς τα πάνω ήταν καλά, αλλά ακολουθούσα ένα αχνό μονοπάτι που είχαν φτιάξει τα γιδοπρόβατα που έβοσκαν την περιοχή. Ήταν δύσβατο και πολλές φορές η «μαγκούρα» μου φάνηκε χρήσιμη.


Το σύννεφο που περπατούσα μέσα του, ήταν σαν περιπλανώμενο σπρέι από σταγονίδια που κόλλαγαν στα ρούχα μου και τα βάραιναν. Σταμάτησα να πάρω μια ανάσα και να αφουγκραστώ τους ήχους γιατί εκείνη η περίεργη ανατριχίλα στο σβέρκο μου γινόταν όλο και πιο έντονη. Η σιωπή είναι τρομακτικό πράγμα. Ρουφάει μέσα της την καλή σου διάθεση και σε γεμίζει με αμφιβολίες. Ήμουν περισσότερο από πέντε λεπτά σταματημένος με τα αυτιά μου στημένα και σε μια κατάσταση έντασης που έκανε τους μυς μου να πονάνε.


Δεν είναι ότι άκουγα κάτι, ανησυχούσα γιατί δεν άκουγα απολύτως τίποτα εκτός από το ρυθμικό σφύριγμα του αίματος στις φλέβες μου. Κυριολεκτικά έκοβες εκείνη τη σιωπή με το μαχαίρι. Κρατούσα την αυτοσχέδια μαγκούρα μου σφιχτά τόσο, που τα κότσια στο χέρι μου είχαν ασπρίσει. Με είχε πιάσει αυτό το περίεργο πράγμα που παθαίνει κανείς όταν περιμένει κάτι κακό να συμβεί και δεν ξέρει από πού θα του έρθει, μα αποφάσισα να συνεχίσω την ανάβαση. Δεν είχα να κερδίσω κάτι αν έμενα καθηλωμένος μέσα στην ησυχία της ομίχλης. Έτσι κι αλλιώς ούτε άκουγα τίποτα μα ούτε κι έβλεπα περισσότερο από δυο μέτρα μακριά, θα μπορούσα να περάσω δίπλα από οτιδήποτε και να μη το πάρω χαμπάρι.


Συνέχισα το τυφλό περπάτημα, μα κρατούσα την κλάρα της μουριάς στο χέρι μου και ήμουν έτοιμος. Μόλο που ένοιωθα τις τρίχες μου όρθιες σα πρόκες πάνω στο κεφάλι μου.
Τώρα που κάθομαι στην άνεση του γραφείου μου και γράφω, όλα αυτά μου φαίνονται και μένα υπερβολικά και κάπως παράταιρα. Αλλά τότε ήταν αλλιώς, τότε ήμουν εκεί και μάλιστα αργότερα έμαθα μερικές ιστορίες για το Λύκαιο  που δικαιολογούν αυτή την κάπως φουσκωμένη αντίδραση.


Μου πήρε κοντά στη μιάμιση ώρα να φτάσω επάνω κι εκεί ήταν ένα μικρό ξωκλήσι και μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα ήταν ο βωμός. Η τουλάχιστο ότι είχε απομείνει από αυτόν.
Το μεγαλύτερο μέρος του είχε χρησιμοποιηθεί άτεχνα σαν οικοδομικό υλικό της εκκλησίας και μόνο οι μεγάλες πέτρες των θεμελίων και οι τεράστιες βάσεις των κιόνων είχαν μείνει πάνω στο χώμα. Φαίνεται ότι οι χριστιανοί του δέκατου ένατου αιώνα δεν είχαν τις ικανότητες  που είχαν οι Εθνικοί προγονοί τους μερικές χιλιάδες χρόνια πριν.


Στηρίχτηκα στην κλάρα της μουριάς και κοιτούσα απογοητευμένος τα λιγοστά απομεινάρια. Πάντα με εξοργίζει όταν βλέπω τέτοια αναίτια καταστροφή. Με πιάνει λύσσα όταν έρχεται ο καινούργιος, όχι για να χτίσει κάτι καινούργιο… αλλά για να γκρεμίσει και να εξαφανίσει τον παλιό. Τούτα εδώ που λέω τώρα είναι μια υπόθεση που κάποια μερα θα ήθελα να συζητήσω και να γράψω για αυτήν.


Κάθισα σε μια μεγάλη πέτρα που μια φορά κι έναν καιρό ήταν μέρος του ιερού του Δία κι έστριψα τσιγάρο. Δεν μπορούσα να δω και πολλά από το σύννεφο που μέσα του κολυμπούσα τόση ώρα και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να κάτσω εκεί να μουλιάζω και να σκέφτομαι. Και θα καθόμουνα πολύ ώρα αν δεν τραβούσε κάτι το μάτι μου.


Μια λάμψη σαν από φλας φάνηκε στα δεξιά μου και φώτισε όλο τον τόπο γύρω. Δεν έμεινε με την ένταση της πρώτης λάμψης της αλλά δεν εξαφανίστηκε τελείως. Πετάχτηκα όρθιος λες και καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα.


«Είναι κανείς εκεί;» φώναξα και τρόμαξα με την ίδια τη φωνή μου. Η ησυχία του βουνού έσπασε σε χίλια κομμάτια. Δεν πήρα απάντηση και επιφυλακτικά πήγα προς το μέρος που ακόμα έφεγγε η λάμψη. Η εκκλησία αναδύθηκε μέσα από την ομίχλη μπροστά μου και το φως έμοιαζε να έρχεται κάπου από πίσω της. Έκανα το γύρω προσπαθώντας να κάνω όσο λιγότερο θόρυβο γινότανε. Δεν ήξερα τι ή ποιος ήταν εκεί πέρα και η αδρεναλίνη έκανε την καρδιά μου να δίνει δυνατές σφυριές στους κροτάφους μου…


Βγήκα στα ανοιχτά κρατώντας τη κλάρα μπροστά μου σαν ρόπαλο. Δεν ήταν και πολλά να δω… εκτός από ένα φώς που πετούσε τρία τέσσερα μέτρα πάνω από το κεφάλι μου κάνοντας την ομίχλη να λάμπει και να με τυφλώνει. Είχα ακούσει να λένε για αυτό, αλλά με τα μάτια μου, το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου…



The ThunderBall

Το παράξενο φως, που τότε δεν ήξερα στα σίγουρα τι ήταν (κι ακόμα δεν ξέρω). Στεκόταν μετέωρο μέσα στην ομίχλη κι εγώ πηδούσα γύρω γύρω προσπαθώντας να το φτάσω με το κλαρί. Αργότερα ένας καλός φίλος μου έδωσε μια καλή και επιστημονικά τεκμηριωμένη εξήγηση του φαινομένου, αν και ούτε κι αυτός μπόρεσε να καταλάβει και να ερμηνεύσει κάποια από αυτά που θα σας πω σε λίγο.


Σύμφωνα με τον Ντίνο (τον φίλο μου που σας έλεγα), στάθηκα τυχερός για δύο πράγματα. Το πρώτο είναι που το κλαρί ήταν ξερό, και το δεύτερο που η μπάλα της φωτιάς βρισκότανε σε μεγαλύτερο ύψος από αυτό που μπορούσα να φτάσω. Κατά την άποψη του, κανένα παράξενο, εξωγήινο  και μεταφυσικό δεν μπλεκότανε στην περιπέτεια μου. Απλά ήταν ένας σφαιρικός κεραυνός στατικού. Μόλις μου το είπε σηκώθηκα όρθιος και τον απείλησα πως θα τον χερίκωνα αν δεν μου εξηγούσε σοι τι πράμα είναι αυτό και γιατί τόσα χρόνια που γυρίζω στα αγριώματα, δεν το έχω ξανασυναντήσει πουθενά. Μου είπε λοιπόν και μου εξήγησε. Θα σας πω την δική του εκτίμηση στο τέλος και βγάλτε μονάχοι σας ότι συμπέρασμα καταλαβαίνετε.


Η μπάλα (κάπως έτσι μπορώ να το περιγράψω απ’ αυτά που είδα αργότερα) στεκόταν ακίνητη και κρυμμένη καλά μέσα στην καταχνιά από το σύννεφο που σκέπαζε το μέρος. Όταν ξαναβρήκα την ψυχραιμία μου, προσπάθησα για πολύ ώρα να δω τι ήταν και αποφάσισα ότι μου έμοιαζε σα φως μιας δυνατής πολύχρωμης λάμπας που ήταν σε κολώνα, μόνο που δεν υπήρχε καμιά κολώνα για να κρέμεται επάνω της μια λάμπα.


Στεκόταν αθόρυβα στον αέρα κι έβγαζε ένα απόκοσμο γαλαζωπό φως με πράσινους και μπλε ιριδισμούς χωρίς κανέναν απολύτως ήχο. Προσπαθώ να σκεφτώ ταινίες που έχω δει μπας και βρω κάτι παρόμοιο, αλλά μάταια. Ως τα τώρα δεν ξέρω τίποτα που να του μοιάζει για να σας το φέρω για παράδειγμα κι έτσι πρέπει να αρκεστείτε στην περιγραφή μου…


Το να σας πω ότι σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση θα το είχα βάλει στα πόδια, είναι περιττό. Αλλά αν αποτολμούσα να τρέξω μέσα στο σύθαμπο κάτω στην απόκρημνη πλαγιά, θα σκοτωνόμουν στα σίγουρα πεσμένος πάνω στα κοφτερά βράχια και τις πέτρες. Πάντως για να ξέρετε, δεν το παίζω γενναίος ή κάτι τις σπουδαίο… θα ακούμπαγαν εύκολα οι φτέρνες μου στα αυτιά μου από την πιλάλα αν το μπορούσα. Αλλά δεν έβλεπα τη μύτη μου εκεί πάνω και η φωταύγεια του παράξενου πράγματος έκανε το πηχτό σύννεφο να λάμπει και να περιορίζει ακόμη περισσότερο την ορατότητα. Θα μου πεις, γιατί ρε φίλε δεν έφευγες από κει πέρα περπατώντας όπως ήρθες με την μαγκούρα σου και όλα… και θα σου πω ότι ήταν το πρώτο που προσπάθησα...  


Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το φώς στεκόταν ακίνητο από πάνω μου. Ήταν από πάνω μου ακόμα κι όταν απομακρυνόμουν από αυτό. Με κάποιο περίεργο τρόπο αυτό εξακολουθούσε να μοιάζει ακίνητο ενώ εγώ κινιόμουν όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Αλλά ήταν σαν καρφωμένο από πάνω μου ότι κι αν έκανα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα μα ήταν το πιο παράξενο πράγμα που έχω δει.. και πιστέψτε με… έχω δει πολλά παράξενα πράγματα.
Κάποια στιγμή, άρχισα να κάνω γρήγορα βήματα στην τύχη αριστερά και δεξιά προσπαθώντας να του ξεφύγω, και κάθε φορά αυτό έμοιαζε ακίνητο από πάνω μου. ΑΚΙΝΗΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ. Το τονίζω γιατί έστω κι αν εγώ έκανα ότι παλαβομάρα μου ερχόταν αυτό δεν κουνιόταν διόλου.


Όταν κάτι κινείται, προκαλεί μια αναταραχή στο χώρο γύρω του, μια παράξενη και αχνή, αλλά απόλυτα πραγματική αναταραχή. Πολλές φορές το θήραμα ξεγελάει τον κυνηγό με την ακινησία αλλά συνήθως χάνει το παιχνίδι όταν νοιώσει ασφάλεια και πάει να φύγει, τότε γίνεται ορατό στις αισθήσεις του κυνηγού έστω και δεν το βλέπει ή είναι μακριά για να το ακούσει.


Μερικοί άνθρωποι το καταλαβαίνουν σα μια έκτη αίσθηση, και μοιάζει λίγο με κείνο το συναίσθημα που έχεις όταν κάποιος σε κοιτάει έντονα. Έστω κι αν εσύ δεν τον βλέπεις, ξέρεις ενδόμυχα ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Λοιπόν φανταστείτε αυτό το συναίσθημα της παρακολούθησης επί και γω δεν ξέρω πόσο, αλλά χωρίς την αδιόρατη αναταραχή που προκαλεί η κίνηση.


Ξέρω ότι σας έχω μπλέξει αλλά προσπαθώ να περιγράψω λογικά κάτι που είναι παράλογο από τη φύση του.


Αφού έτρεξα γύρω γύρω για κάμποση ώρα, αποφάσισα λαχανιασμένος να το κοπανίσω με την κλάρα της μουριάς. Την έπιασα από την άκρη και άρχισα να την ανεμίζω προς το φως. Πήδηξα όσο ψηλότερα μπορούσα και σκαρφάλωσα σε πέτρες και βράχους για να το φτάσω. Στο τέλος δοκίμασα να του πετάξω πέτρες και κάποια από αυτές προσγειώθηκε στα κεραμίδια της εκκλησίας, κρίνοντας από το θόρυβο πρέπει κανα δυο απ’ αυτά να έγιναν θρύψαλα. Ότι κι αν έκανα, το μυστηριώδες αντικείμενο παρέμενε αόρατο μέσα στο σύννεφο και απρόσβλητο στις προσπάθειες μου. Πονούσανε τα πόδια μου και είχα κουραστεί από το ανελέητο κυνήγι και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι πεινούσα. Τότε τα παράτησα και ξεκίνησα να κατέβω στο διάσελο.


Το φως με ακολουθούσε όσο ήμουν μέσα στο καταχνιασμένο σύννεφο της κορυφής, ακριβώς από πάνω μου. Είχα αρχίσει να συνηθίζω στην παρουσία του όταν ξαφνικά εξαφανίστηκε. Χάθηκε με τον τρόπο που χάνεται το φως όταν κλείνεις το διακόπτη του ρεύματος και με άφησε να αναρωτιέμαι. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ήταν η τελευταία φορά που είδα παράξενα φώτα εκείνη την ημέρα.


Μπορεί να φοβήθηκα και να φαινόμουνα γελοίος έτσι που κράδαινα το κλαρί της μουριάς, αλλά είναι ο τρόπος μου να αντιδρώ. Δεν έκανα τίποτα πιο σοβαρό από το να αναδεύω την πάχνη του σύννεφου, αλλά είμαι σίγουρος ότι στη θέση μου, οι περισσότεροι από σας, θα κάνατε χειρότερα.


Ο Ήλιος δεν θα ήταν στον ουρανό περισσότερο από μια ώρα ακόμα, και μετά θα ερχόταν το σκοτάδι. Βαθύ και τρομακτικό όταν είσαι μόνος σου σε ένα τέτοιο μέρος. Σκέφτηκα να πάρω το freedo και να γίνω καπνός από κει πέρα αλλά είμαι περισσότερο ανόητος και περίεργος από όσο δειλός.


Στο απότομο και κυνηγημένο κατέβασμα από την κορυφή ισα με το διάσελο, έφαγα τα μούτρα μου περισσότερες φορές από όσες θέλω να θυμάμαι, αν και περισσότερο πληγώθηκε ο ορειβατικός μου εγωισμός παρά τιποτ’ άλλο. Φυσικά με πόνεσε ο σβέρκος μου να κοιτάω κάθε τόσο ψηλά κι ίσως αυτή να ήταν η σοβαρότερη αιτία για τις σαβούρδες που μάζεψα...


Τώρα όμως πεινούσα και αν ήθελα να φάω κάτι θα έπρεπε να το μαγειρέψω. Όταν έφτασα κάτω, η φωτιά ίσια που κρατιόταν από δυο κάρβουνα, αλλά στο δρόμο είχα μαζέψει διάφορα ξεράδια και την τάισα.


 Έχω πάντα ένα γουβωτό κινέζικο τηγάνι μαζί μου. Δώρο από μια καλή φίλη μου. Με λίγο λάδι φτιάχνεις θαύματα εκεί μέσα και έχει μακρύ μαρκούτσι για να μην καίγεται το χέρι μου όταν το συγυρίζω πάνω απ τη φωτιά. Το καλύτερο κόλπο με αυτά τα σκεύη είναι ότι δεν χρειάζονται πλύσιμο, τα ξεπλένεις με λίγο νερό και μετά τα σκουπίζεις με χαρτί και τέλειωσες. Το άφησα να κάψει και έριξα μέσα μερικές αγριοκρεμμύδες που μάζεψα από γύρω. Αφού τσιγαριστήκαν καλά και ροδίσανε έριξα μέσα κάμποσο παστό χοιρινό και νερό και το άφησα να βράζει. Είχα να απλώσω το αντίσκηνο μου και η νύχτα ερχόταν γρήγορα. Έπρεπε να βιαστώ.


Όταν τέλειωσα με τις προετοιμασίες του ύπνου έπιασα να αποτελειώσω το μαγείρεμα και έβαλα μια χούφτα γλυκό τραχανά στο φαί μου που ήδη μύριζε υπέροχα. Σε δέκα λεπτά είχα βάλει το τηγάνι μπροστά μου κι έτρωγα καταμεσής στο διάσελο του Λύκαιου Όρους.


Σε λίγο δεν θα έβλεπα τη μύτη μου και με είχε πιάσει νύστα από την κούραση. Ταχτοποίησα το τηγάνι και έριξα χώμα στη φωτιά να σβήσει.


Εκείνη τη στιγμή δεν το ήξερα, αλλά τούτη τη νύχτα το βουνό δεν θα με άφηνε να κοιμηθώ.




Λευκή Νύχτα.

Έχω ένα χειμερινό αντίσκηνο που ίσια με χωράει, αλλά είναι δοκιμασμένα αδιάβροχο και αντέχει στους ανέμους και τις κακουχίες. Δεν έχει κανένα μεταλλικό εξάρτημα πάνω του για να μη τραβάει τους κεραυνούς και είναι εύκολο στο μάζεμα και το άπλωμα εξαιτίας ενός έξυπνου και απλού μηχανισμού. Τούτο είναι κυριολεκτικά το σπίτι μου όταν φεύγω από την πόλη. Είχα χωθεί μέσα και ήμουν ξαπλωμένος πάνω στο sleeping bag, είχα αποφασίσει ότι θα κοιμόμουν μετά ρούχα. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να σου συμβεί να χρειαστεί να τρέχεις στα λαγκάδια ξεβράκωτος και απαπούτσωτος και επειδή είχα δει πολλά σε μια μέρα θώρησα ότι καλά θα ήταν να είμαι έτοιμος. Και είχα δίκιο.


Κοιμάμαι ελαφριά, εύκολα και παντού. Αλλά εκείνη η νύχτα αποτελούσε εξαίρεση.


Η πρώτη αστραπή έκανε τόσο φως που μου φάνηκε ότι το βαρύ ύφασμα του αντίσκηνου ήταν διάφανο σα τούλι στον ήλιο του καταμεσήμερου. Μαζεύτηκα και περίμενα τη βροντή που θα έπρεπε να ήταν εκκωφαντική. Δεν άκουσα τίποτα για κάμποση ώρα, και μετά φάνηκε άλλη μια αναλαμπή, μουγκή από ήχο κι αυτή, σαν την προηγούμενη.  Και μετά κι άλλη κι άλλη… μέτρησα πέντε και καμία βροντή. Έξω ήταν σα μέρα.


Θα έμενα στο αντίσκηνο ακούνητος σαν τα φοβισμένα παιδιά που κρύβονται κάτω απ τις κουβέρτες τους, αλλά όπως έχω πει ξανά, είμαι περίεργος άνθρωπος. Βγήκα έξω και δεν σηκώθηκα όρθιος, έμεινα χαμηλά στο χορτάρι προσέχοντας να μην ακουμπάω στη γη κανένα μέρος του σώματος μου πέρα από τις αρβύλες μου.


Αν ήταν κεραυνοί αυτά τα φώτα, θα μπορούσαν να περάσουνε το ρεύμα τους από το υγρό έδαφος και να γίνω ψητός πριν το καταλάβω. Αλλά δεν ήταν κεραυνοί.


Το σύννεφο από το βουνό πρέπει να είχε καλύψει το διάσελο γιατί αν και είχε νυχτώσει για τα καλά μπορούσα να δω γύρω μου την θαμπή αχλή της φωταύγειας των σφαιρών. Είχα καταλάβει πια ότι οι σφαίρες και το σύννεφο ήταν κατά κάποιο τρόπο συνδεδεμένα. Η πρώτη έκανε την εμφάνισή της πίσω από ένα θαμνωμένο βράχο. Ήταν σα μεγάλη μπάλα από φώς που έπαιζε με τα χρώματα και ανέβαινε την πλαγιά προς το ναό. Κινιόταν γύρω στα δέκα μέτρα πάνω απ το έδαφος και ακολουθούσε το ανάγλυφο.


Τότε είδα και άλλες δυο. Ήταν σα ζευγάρι που χόρευε στον αέρα. Και ανέβαιναν από χαμηλότερα πάνω σε μια πορεία που ερχόταν ίσια προς το μέρος μου. Δεν φοβόμουν πια, ήταν πολύ αργά για τέτοια, απλά κάθισα κάτω στα μουσκεμένα χόρτα κι αποφάσισα να ζήσω την απόλαυση που μου πρόσφερε το απίστευτο θέαμα.


Οι δυο χορευτές ήταν φτιαγμένοι από φλέβες παλλόμενου, ιριδίζοντος φωτός και αγνό υλικό ονείρου. Δεν έχω ξαναδεί τίποτα τόσο όμορφο, τίποτα τόσο απόλυτα και μαγικά σαγηνευτικό. Πέρασαν από πάνω μου και συνέχισαν τον χορό τους καθώς χαθήκαν μέσα στην ομίχλη που κατέβαινε από την παράξενη κορυφή του Λύκαιου. Απογοητεύτηκα λίγο που δεν σταμάτησαν από πάνω μου και δεν νοιώθω καθόλου ανόητος που το λέω.


Ένοιωσα τις τρίχες στο σβέρκο μου να με γαργαλάνε πριν δω το φως που ερχόταν ξοπίσω μου. Εκείνο το συναίσθημα ότι κάποιος πίσω από την πλάτη μου, με κοιτάει με έντονο ενδιαφέρον. Ήταν σίγουρα περίεργο αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν άσχημο. Έμεινα τελείως ακίνητος προσπαθώντας να γίνω ένα με τη γη. Δεν ήθελα να κάνω τίποτα που θα χάλαγε εκείνη τη μοναδική στιγμή. Ήταν από πάνω μου ακίνητη όπως και το μεσημέρι στην κορυφή. Δεν ακουγόταν κανένας ήχος εκτός από τους έξαλλους χτύπους της καρδιάς μου. Δεν άντεξα περισσότερο και σήκωσα το κεφάλι μου στον ουρανό.


Δεν υπάρχουν λόγια για να πω τι είδα και κυρίως τι αισθάνθηκα.


Μια άυλη σφαίρα, γεμάτη με ρυάκια φτιαγμένα από φως, που φιδογύριζαν και συστρεφόταν αλλάζοντας συνέχεια σχήματα και χρώματα, ήταν μόλις λίγα μέτρα από πάνω μου. Σταματημένη εκεί, να φεγγοβολάει μαγεία και μυστήριο.


Πρέπει να είχε το διπλό μέγεθος μιας μπάλας του μπάσκετ ή και λίγο παραπάνω. Αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Θα μπορούσε να είναι όσο ένα μανταρίνι χωρίς αυτό να κλέβει τίποτα από την μαγεία της. Ήμουν προσηλωμένος στο απόκοσμο θέαμα όταν ξαφνικά ο πανικός μου έπαψε, τη θέση του πήρε ένα κύμα ευφορίας και γαλήνης που με διαπέρασε ολόκληρο.


Η σφαίρα με κοιτούσε όπως την κοιτούσα κι εγώ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό το θαύμα της φύσης δεν είχε συνείδηση. Ο Ντίνος μου είπε πολλά για τους σφαιρικούς κεραυνούς, αλλά τίποτα για το τι μπορεί να κάνουν στην ψυχή ενός ανθρώπου. Μου εξήγησε τα πάντα για το ηλεκτροστατικό φορτίο και τον ιονισμό και το πολωμένο φως και όλα. Αλλά δεν μου είπε τίποτα για τα απίστευτα χρώματα και σχήματα που άλλαζαν με κείνον τον μοναδικό τρόπο που με συνεπαίρνει ακόμα και στην ανάμνησή του.


Δεν ξέρω πόσες ώρες πέρασαν αλλά όταν η σφαίρα έφυγε για το βουνό, ένοιωσα πιο άδειος και μόνος μου από ποτέ. Ήταν μια απώλεια που την ένοιωσα μέσα μου τεράστια.


Ήταν λίγο πριν τα χαράματα όταν το κρύο με υποχρέωσε να μπω στο αντίσκηνο. Ήμουν μούσκεμα από την υγρασία και την πάχνη αλλά δεν με ένοιαζε, και δεν νομίζω ότι θα υπήρχε τίποτα άλλο που να με νοιάζει εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη…


Με πήρε ένας βαθύς και ήρεμος ύπνος και δεν με άφησε από την αγκαλιά του πριν φτάσει το μεσημέρι.


Μάζεψα και φόρτωσα το Freedo που πήρε μπροστά με την πρώτη μετά από τουλάχιστον δώδεκα μήνες. Ήταν να πάω στην Ανδρίτσαινα και στον φράγμα του Λάδωνα, αλλά κατέβηκα στο Κοτύλιο και έμεινα τρεις μέρες στον ξενώνα. Δεν μπορούσα μα μείνω στο βουνό, δεν θα άντεχα, αλλά δεν μπορούσα και να απομακρυνθώ ακόμα. Με κρατούσε ο ομφάλιος λώρος της μαγείας του Λύκαιου. Δεν ήθελα να δω ή να ακούσω τίποτα άλλο και για εκείνο το ταξίδι, είχα φτάσει στο τέλος του προορισμού μου.


Την επόμενη ξύπνησα στο ζεστό δωμάτιο του ξενώνα και τα σκεπάσματα με κράτησαν να χουζουρεύω μέχρι αργά το πρωί. Την τελευταία μέρα, η κυρά του καπηλειού μου είχε μαγειρέψει φρικασέ.


Έκατσα και έφαγα όσο μπορούσα και μετά πήρα τηλέφωνο τη γυναίκα μου… Θα γύριζα σπίτι.

Τέλος.

Κείμενο-Φωτό: [By Martin McDarren (aka Ocelotl)]




More articles

 

 


 


 
Επιλέξτε γλώσσα

ΑγγλικήΕλληνική
 


 
Google
 



[ Page created in 0.036601 seconds. ]